Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:51

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ Ι

Πρόκειται για μια εξοχική κατοικία που αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα πάνω σε μια πλαγιά με πολύ έντονη κλίση στο νησί της Αντιπάρου. Το κτίριο προσπαθεί να ενταχθεί στην τοπιογραφία της περιοχής και επιτυγχάνει μέσω της διάσπασης των όγκων και την ένταξή του κάτω από το έδαφος να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του. Δημιουργούνται 3 υπόσκαφα κτίρια και ένα υπέργειο, τα οποία με την χρήση τοπικών φυσικών υλικών (πέτρα και ξύλο) προσπαθούν να συγχωνευτούν με το περιβάλλον και να γίνουν μία ενότητα με αυτό. Δημιουργούνται δηλαδή μικρά κτίρια ήπιας επέμβασης, δίνοντας έμφαση στον μετασχηματισμό του εδάφους και αποφεύγεται η επιβάρυνση ενός τόσο ιδιαίτερου τοπίου με μεγάλους κτιριακούς όγκους. Μπροστά από τα κτίρια, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τα δωμάτια μιας κατοικίας, δημιουργούνται μεγάλοι υπαίθριοι χώροι εκτόνωσης, απαραίτητοι σε μια κυκλαδίτικη εξοχική κατοικία όπου η καθημερινή ζωή εκτυλίσσεται κυρίως στον υπαίθριο χώρο. Πέργκολες και δομικά στοιχεία πλήρως ενταγμένα στο περιβάλλον καλούνται να προστατέψουν τον χρήστη από τον έντονο ήλιο και τον αέρα. Το εσωτερικό τον υπόσκαφων κτιρίων φωτίζεται από μακριές σχισμές στο έδαφος, οι οποίες δημιουργούν μία σκηνογραφική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των δωματίων.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:50

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ ΙΙ

Πρόκειται για μια εξοχική κατοικία στο νησί της Αντιπάρου, η οποία αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα, σε μια πλαγιά με πολύ έντονη κλίση. Η διάσπαση ενός κτιριακού όγκου σε 3 επιμέρους υπόσκαφα τμήματα έχει σκοπό την πλήρη ένταξη της κατοικίας στην τοπιογραφία της περιοχής. Δημιουργούνται κτίρια ήπιας μορφής επέμβασης, δίνοντας έμφαση στον μετασχηματισμό του εδάφους και αποφεύγεται η επιβάρυνση ενός τόσο ιδιαίτερου τοπίου με μεγάλους κτιριακούς όγκους. Τα 3 υπόσκαφα επίπεδα, τα οποία λειτουργούν σαν επιμέρους δωμάτια μιας συνολικής κατοικίας, με την χρήση τοπικών φυσικών υλικών (πέτρα, σοβάς και ξύλο) προσπαθούν να ενταχθούν πλήρως στο περιβάλλον και να γίνουν μία ενότητα με αυτό. Η σύνδεση μεταξύ των υπόσκαφων "δωματίων" της κατοικίας γίνεται μέσω του υπαίθριου χώρου, ο οποίος λειτουργεί σαν ο βασικός χώρος εκτόνωσης και ζωής κατά τους θερινούς μήνες αλλά και σαν ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στα επιμέρους τμήματα της κατοικίας. Ξύλινες πέργκολες και δομικά στοιχεία πλήρως ενταγμένα στο περιβάλλον καλούνται να προστατέψουν τον χρήστη από τον έντονο ήλιο και τον αέρα των Κυκλάδων. Ο φυσικός φωτισμός παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην αρχιτεκτονική των υπόσκαφων κτιρίων, καθώς οι μακριές σχισμές στο έδαφος επιτρέπουν τον έλεγχο του φυσικού φωτός και τη δημιουργία μιας σκηνογραφικής ατμόσφαιρας στο εσωτερικό της κατοικίας. Η εναλλαγή πέτρας και σοβά δίνει την αίσθηση της μικρής κλίμακας επέμβασης στο τοπίο, διατηρώντας της αίσθηση της παραδοσιακής κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:50

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ ΙΙΙ

Η κατοικία αναπτύσσεται σε οικόπεδο 4000 τ.μ. και έχει επιφάνεια 200 τ.μ. Στην περιοχή υπάρχουν σε ευρύτερη έκταση κατοικίες και καταλύματα, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται η παραλία Ψαραλυκή.
Η έντονη κλίση του οικοπέδου, ο προσανατολισμός και η απρόσκοπτη θέα προς την Πάρο, καθορίζουν τις βασικές συνθετικές αρχές για την κατοικία. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους αποφασίστηκε το σύνολο της κατοικίας να είναι υπόσκαφο, ακολουθώντας τους πολεοδομικούς κανόνες σχετικά με τα υπόσκαφα κτίρια. Αυτή η απόφαση έδωσε τη δυνατότητα ένταξης του συνόλου της κατοικίας στο φυσικό τοπίο, δημιουργώντας την ελάχιστη τοπολογική παρέμβαση. Το έδαφος που καλύπτει τα υπόσκαφα κτίρια ενισχύει την αποκατάσταση του φυσικού αναγλύφου και το σύνολο της επέμβασης εντάσσεται ομαλά δημιουργώντας το ελάχιστο περιβαλλοντικό και οπτικό ίχνος στο τοπίο.
Η κατοικία αποτελείται από ένα υπόσκαφο κτίριο, το οποίο αναπτύσσεται σε ένα επίπεδο και η πρόσβαση στο οικόπεδο γίνεται από το νοτιοανατολικο άκρο του οικοπέδου όπου και προβλέπεται πλάτωμα για τη στάθμευση τριών αυτοκινήτων. Μέσω μιας ράμπας που ξεκινά από το πλάτωμα, και η οποία ακολουθεί το φυσικό έδαφος, επιτυγχάνεται η πρόσβαση στο κτίριο και στον περιβάλλοντα διαμορφωμένο χώρο.
Το υπόσκαφο κτίριο αποτελείται από έξι υπνοδωμάτια με τα ιδιωτικά τους λουτρά, ένα λουτρό ξένων και μία βοηθητική αποθήκη. Η πρόσβαση σε δύο από τα υπνοδωμάτια γίνεται μέσω του υπαίθριου χώρου, ενώ στα υπόλοιπα μέσω εσωτερικού διαδρόμου, ο οποίος εξασφαλίζει άμεσο φωτισμό και αερισμό μέσω φωταγωγού.
Το κτίριο προβάλλει από το τοπίο μέσω μιας καθαρής ευθείας οριζόντιας χειρονομίας, η οποία δηλώνει την αρχιτεκτονική παρέμβαση και ιδέα με ήπιο, αλλά δυναμικό τρόπο. Αυτήν την οριζοντιότητα ακολουθεί και το υδάτινο στοιχείο που αναπτύσσεται μπροστά από τον ημιυπαίθριο του κτιρίου, μέσω μιας μακρόστενης κολυμβητικής επιφάνειας.
Η υλικότητα του οριζόντιου στοιχείου, το οποίο αποτελεί τον ημιυπαίθριο χώρο, διαφοροποιείται από το τοπίο μέσω του υπόλευκου χρώματός του, καθώς οι υπόλοιποι τοίχοι και διαχωριστικά κατασκευάζονται από ανεπίχριστη αργολιθοδομή χωρίς τονισμένους αρμούς σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα της περιοχής για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου. Η περίφραξη του οικοπέδου καθώς και διάφοροι μικροί αναλημματικοί τοίχοι που συγκρατούν τις διαμορφώσεις του εδάφους κατασκευάζονται από ξηρολιθιά. Τα κουφώματα του κτιρίου είναι επάλληλα ξύλινα υπόλευκου χρώματος με ανοιγόμενα παντζούρια.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 14:40

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το κατάλυμα τοποθετείται σε οικόπεδο 52 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στο βασικό άξονα σύνδεσης του αεροδρομίου Μακεδονία με την πόλη της Θεσσαλονικής και εκτείνεται εώς τον αιγιαλό με απρόσκοπτη θέα προς το Θερμαϊκό Κόλπο.
Η ιδιαίτερη τοποθεσία του οικοπέδου, καθώς και οι υφιστάμενες νησίδες φυσικού πρασίνου, που εντοπίζονται εντός του, καθόρισαν την κεντρική ιδέα της σύνθεσης και ογκοπλασίας ενός αστικού resort που κύριο στόχο έχει τη διάχυση του φυσικού στοιχείο στο αστικό.
Πιο συγκεκριμένα, το αυστηρό ορθοκανονικό σύστημα του αστικού ιστού μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται εντός του οικοπέδου από ένα άκαμπτο γραμμικό σύστημα σε ένα εύκαμπτο δυναμικό σύστημα που παραλαμβάνει το κτιριολογικό πρόγραμμα. Το ροϊκό σύστημα χαράξεων «αγκαλιάζει» τις περιοχές υφιστάμενου πρασίνου, στα πλαίσια μιας περιβαλλοντικά βιώσιμης και οικολογικής πρακτικής. Με αυτό τον τρόπο, το φυσικό και δομημένο ενοποιούνται σε ένα ενιαίο οργανικό σύνολο, που αναδύεται σχηματικά από το θαλάσσιο μέτωπο, ως ένα ροϊκό δίκτυο ποταμού.
Το συγκρότημα αποτελείται από 3 κυρίως κτίρια – μπάρες, τα οποία ενοποιούνται μεταξύ τους στην κορυφή του οικοπέδου, όπου αναπτύσσονται στο μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος και μεταβάλλονται σε χαμηλότερο ύψος όσο προσχωρούν προς το θαλάσσιο μέτωπο. Σε ό,τι αφορά το κτιριολογικό πρόγραμμα, οι κοινόχρηστες και υπερτοπικές χρήσεις αναπτύσσονται επί του οδικού μετώπου, όπως είναι ο χώρος υποδοχής, η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια και club, ενώ δωμάτια, beach bar και εστιατόριο εντοπίζονται προς το θαλάσσιο μέτωπο.
Οι μπάρες επιμερίζονται σε μονάδες – bungalows που διαχέονται σε εκτενή κολυμβητική επιφάνεια και χώρων πρασίνου. Η κολυμβητική επιφάνεια είναι τύπου beach entry pool, δημιουργώντας την αίσθηση ότι παραλία και πισίνα ενώνονται μέσω μίας χερσονήσου. Το σύνολο των δωματίων είναι 195 κι έχουν απρόσκοπτη θέα προς το θερμαϊκό κόλπο μέσω του μετασχηματισμού του κτιρίου με βάση την ορατότητα προς τη θάλασσα. Στοιχεία διαμπερότητας και πολλαπλών θεάσεων, εντείνονται μέσω αμφιθεατρικών διατάξεων και ροϊκών χαράξεων που χαρίζουν στον επισκέπτη μια πλούσια εμπειρία περιδιάβασης και χαλάρωσης με έντονο το φυσικό στοιχείο εντός του αστικού ιστού.
Published in PROJECTS
Η πρότασή μας για το νέο κτίριο γραφείων στη Μάνδρα Αττικής αποτελεί λειτουργική συνέχεια του υφιστάμενου βιομηχανικού κτιρίου που βρίσκεται στο οικόπεδο. Eκτός από τους χώρους γραφείων περιλαμβάνει και έναν γραμμικό χώρο βιομηχανικής παραγωγής στο ισόγειο. Η ανάγκη να συμπεριληφθούν οι παραπάνω χρήσεις σε ένα κτίριο παράγει μια νέα δομή η οποία εκφράζει τον διττό του χαρακτήρα. Αυτή η νέα δομή είναι αποτέλεσμα μετασχηματισμού του υφιστάμενου βιομηχανικού κτιρίου και προκύπτει ως στοιχείο επανάληψης της τυπολογίας της βιομηχανικής στέγης. Έτσι, γίνεται αναφορά στον βιομηχανικό χαρακτήρα του κτιρίου και τονίζεται η λειτουργική σχέση του με το υφιστάμενο βιομηχανικό.
Ταυτόχρονα υπάρχει έντονη σχέση με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής, η οποία προκύπτει ως ανάγκη για την υποδοχή των ζητούμενων γραφειακών χρήσεων. Το «φυσικό», ως κενό, εισέρχεται στο «δομημένο», διαμορφώνοντας ανοιχτούς και στεγασμένους χώρους, δημιουργώντας έτσι κατάλληλες συνθήκες για τους γραφειακούς χώρους. Η συμπαγής δομή σχίζεται κατά το μήκος, επιτρέποντας το φυσικό φως να εισέλθει στο εσωτερικό του. Τμήματα της κτιριακής μάζας έχουν αφαιρεθεί διαμορφώνοντας υπαίθριους χώρους που στρέφονται προς τον Νότο και την «θέα» προς την Ελευσίνα. Επίσης, τμήμα της κτιριακής μάζας ολισθαίνει προς την «θέα» διαμορφώνοντας ένα αίθριο που φωτίζει τους χώρους γραφείων. Το αίθριο αναπτύσσεται στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο, αποτελώντας την κορύφωση μιας ακολουθίας χώρων από την είσοδο μέχρι το δώμα του κτιρίου. Έτσι, ο εσωτερικός χώρος είναι συνεχής και ενοποιεί όλα τα επίπεδα του κτιρίου. Μέσω διώροφων κενών και μέσω ενός υπαίθριου αμφιθεάτρου καταλήγει στο τελευταίο επίπεδο του κτιρίου όπου βρίσκεται το αίθριο. Αυτός ο κεντρικός χώρος λειτουργεί ως κόμβος μετάβασης από το «κλειστό» στο «ανοιχτό», δημιουργώντας μια ροή γεγονότων κοινωνικοποίησης και επαφής με το φυσικό περιβάλλον σε μία περιοχή με έντονο βιομηχανικό χαρακτήρα.
Published in PROJECTS